άσπαρτος


άσπαρτος
-η, -ο (AM ἄσπαρτος, -ον) [σπείρω]
(για αγρό) εκείνος στον οποίο δεν έχουν σπείρει τίποτε
νεοελλ.
1. (για σπόρους δημητριακών, οσπρίων κ.λπ.) αυτός τον οποίο δεν έχουν σπείρει ακόμη («άσπαρτα φασόλια»)
2. το ουδ. ως ουσ. άσπαρτο, το
το φυτό ερύγγιο το πεδινό, το βοτάνι της αγάπης, το μοσκάγκαθο
αρχ.-μσν.
1. αυτός που δεν αναπαράγεται με σπορά, ο αυτοφυής
2. αποδίδεται στην παρθενική γέννηση του Χριστού («τὰς ἀσπάρτους ὠδίνας»)
3. α) ο ακαλλιέργητος, ο βάρβαρος
β) μτφ. αυτός που δεν έχει δεχθεί τον σπόρο της διδασκαλίας του Ευαγγελίου («ἄσπαρτον γένος»).

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ἄσπαρτος — unsown masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • άσπαρτος — [аспартос] επ. непосеянный, незасеянный …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • άσπαρτος — η, ο επίρρ. α 1. (για χωράφια), αυτός που δε σπάρθηκε, που έμεινε χωρίς σπορά: Τα χωράφια μας έμειναν φέτος άσπαρτα. 2. (για σπόρους), αυτός που δε ρίχτηκε στη γη: Έχω ακόμη άσπαρτες τις φακές …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἀσπόρως — ἄσπαρτος unsown adverbial ἄσπαρτος unsown masc/fem acc pl (doric) ἄσπορος unsown adverbial ἄσπορος unsown masc/fem acc pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἄσπαρτον — ἄσπαρτος unsown masc/fem acc sg ἄσπαρτος unsown neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἄσπορον — ἄσπαρτος unsown masc/fem acc sg ἄσπαρτος unsown neut nom/voc/acc sg ἄσπορος unsown masc/fem acc sg ἄσπορος unsown neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀσπάρτου — ἄσπαρτος unsown masc/fem/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀσπάρτους — ἄσπαρτος unsown masc/fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀσπόροις — ἄσπαρτος unsown masc/fem/neut dat pl ἄσπορος unsown masc/fem/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀσπόρου — ἄσπαρτος unsown masc/fem/neut gen sg ἄσπορος unsown masc/fem/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.